Resumen para los que no quieran leer toda la encuesta
Η παρούσα ανάλυση βασίζεται αποκλειστικά σε τεκμηριωμένες ακαδημαϊκές μελέτες και δημοσιευμένες έρευνες πανεπιστημίων, ερευνητικών ινστιτούτων και οργανισμών διεθνούς κύρους, με αντικείμενο τα εμπορικά σήματα: από την κατοχύρωση και τη νομική προστασία, έως την αξία τους ως άυλα περιουσιακά στοιχεία και τη στρατηγική τους αξιοποίηση.
Το εύρος των ευρημάτων δείχνει ξεκάθαρα ότι:
- η κατοχύρωση σημάτων εξελίσσεται σε παγκόσμιο αγώνα ταχύτητας και πρόβλεψης
- η υπερσυσσώρευση αιτήσεων δημιουργεί φαινόμενα εξάντλησης και νομικής συμφόρησης
- η νομική προστασία των σημάτων προσφέρει στρατηγική θωράκιση, αλλά εγείρει και ρίσκα κατάχρησης
- η ύπαρξη ενεργών σημάτων συσχετίζεται με αύξηση της εταιρικής αξίας, της καινοτομίας και της οικονομικής απόδοσης
- η αλόγιστη επιβολή δικαιωμάτων ή η έλλειψη στρατηγικής μπορεί να πλήξει σοβαρά ένα brand
Η έρευνα συγκεντρώνει δεδομένα, παραδείγματα και ποσοτικά συμπεράσματα από περισσότερες από 20 επιστημονικές πηγές – αποτυπώνοντας το συνολικό επιστημονικό αποτύπωμα για την αξία και τις προκλήσεις των trademarks στον σημερινό επιχειρηματικό κόσμο.
Conclusión:
Η κατοχύρωση και αξιοποίηση εμπορικών σημάτων δεν είναι απλή νομική πράξη. Είναι πεδίο που έχει απασχολήσει έντονα την παγκόσμια ακαδημαϊκή κοινότητα – και δικαίως. Πρόκειται για στρατηγικό εργαλείο που κρίνει εάν ένα brand θα επιβιώσει, θα αναπτυχθεί ή θα υπονομευθεί στην πιο ανταγωνιστική εποχή της επιχειρηματικής ιστορίας.
Resumen de la investigación
En marcas αποτελούν θεμέλιο του σύγχρονου branding και της πνευματικής ιδιοκτησίας, παρέχοντας στις επιχειρήσεις αποκλειστικά δικαιώματα πάνω σε ονόματα, λογότυπα και διακριτικά γνωρίσματα. Η παρούσα έρευνα συγκεντρώνει και αναλύει τις σημαντικότερες ακαδημαϊκές μελέτες διεθνώς σχετικά με τα εμπορικά σήματα, με έμφαση στην κατοχύρωσή τους, τη νομική προστασία που προσφέρουν, την επίδρασή τους στην αξία μιας μάρκας και την εμπορική αξιοποίησή τους. Ο αναγνώστης θα βρει τεκμηριωμένα συμπεράσματα και δεδομένα από κορυφαία πανεπιστήμια, οργανισμούς (όπως WIPO, EUIPO) και επιστημονικά περιοδικά, οργανωμένα στους εξής άξονες:
- Κατοχύρωση Εμπορικών Σημάτων: Παγκόσμιες τάσεις στις καταχωρίσεις σημάτων, αύξηση αιτήσεων και προκλήσεις (π.χ. φαινόμενο trademark depletion).
- Νομική Προστασία & Επιβολή: Ο ρόλος της νομοθεσίας στην προστασία των σημάτων, η σημασία της επιβολής (αντιμετώπιση παραβιάσεων) και πιθανοί αντιγωνιστικοί κίνδυνοι από υπερβολική προστασία.
- Επίδραση στην Αξία Μάρκας: Πώς τα εμπορικά σήματα συνδέονται με την αξία των μαρκών, την επιχειρηματική απόδοση και τα οικονομικά αποτελέσματα (με ποσοτικά ευρήματα από έρευνες).
- Εμπορική Χρήση & Αξιοποίηση: Η εμπορική εκμετάλλευση των σημάτων μέσω licensing, franchising, επεκτάσεων προϊόντων, και η συνολική οικονομική συνεισφορά τους (με σχετικά στατιστικά).
Principales conclusiones
- Ραγδαία Άνοδος Κατοχύρωσης: Η χρήση και κατοχύρωση σημάτων έχει εκτοξευθεί παγκοσμίως. Το 2021 κατατέθηκαν 13,9 εκατομμύρια αιτήσεις για σήματα (18,1 εκατ. κλάσεις), αριθμός ρεκόρ που όμως υποχώρησε σε περίπου 11,8 εκατ. αιτήσεις το 2022[1]. Η Ασία κυριαρχεί, με την Κίνα να αντιστοιχεί σε ~7,7 εκατ. κλάσεις το 2022 – περισσότερο από το 67% της παγκόσμιας δραστηριότητας κατοχύρωσης[2]. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του EUIPO έφτασε πρόσφατα τις 5 εκατομμύρια αιτήσεις σημάτων, ενώ διεθνείς συμφωνίες (π.χ. Σύστημα Μαδρίτης) διευκολύνουν την πολυεθνική προστασία. Η μαζική κατοχύρωση έχει οδηγήσει όμως και σε «εξάντληση» διαθέσιμων σημείων: μελέτη στο Harvard Law Review δείχνει ότι η προσφορά καλών, ανταγωνιστικών ονομάτων δεν είναι ανεξάντλητη – πολλά συνηθισμένα αγγλικά λεξιλόγια και επώνυμα έχουν ήδη κατοχυρωθεί, αναγκάζοντας νέες επιχειρήσεις να επιλέγουν δευτερεύοντα ή σύνθετα ονόματα για να αποφύγουν σύγκρουση[3]. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως trademark depletion, καθιστά το σύστημα όλο και πιο κορεσμένο και πολύπλοκο, με τους καταχωρίζοντες να δυσκολεύονται να βρουν διαθέσιμα ευδιάκριτα ονόματα[3].
- Νομική Θωράκιση & Όρια: Τα εμπορικά σήματα νομικά κατοχυρώνουν τη μοναδικότητα μιας μάρκας – προστατεύουν ονόματα, λογότυπα και σύμβολα από μη εξουσιοδοτημένη χρήση[4], διασφαλίζοντας ότι μόνο ο κάτοχος επωφελείται από τη φήμη του brand του[5]. Αυτό ενθαρρύνει τις επενδύσεις σε ποιότητα και προβολή, ενώ παράλληλα προάγει θεμιτό ανταγωνισμό στην αγορά. Ωστόσο, η επεκτεινόμενη ισχύς των σημάτων εγείρει και ανησυχίες: σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (Wang & Yan, 2024), η υπερβολικά ευρεία προστασία – π.χ. γεωγραφική εξάπλωση ή κάλυψη πολλών κατηγοριών προϊόντων από ένα σήμα – μπορεί να δώσει σε επιχειρήσεις μονοπωλιακά πλεονεκτήματα, αυξάνοντας εμπόδια εισόδου για ανταγωνιστές[6]. Οι νομικές αυτές “υπερδυνάμεις” των σημάτων δύνανται να κλειδώνουν καταναλωτές σε επώνυμα προϊόντα και να διευκολύνουν αθέμιτες πρακτικές όπως διακριτική τιμολόγηση ή δεσποζόντως υψηλές τιμές[7]. Οι νομοθέτες αναγνωρίζουν πλέον τέτοιους κινδύνους: για παράδειγμα, η αμερικανική νομοθεσία (Lanham Act) προβλέπει ότι η κατάχρηση σημάτων προς περιορισμό ανταγωνισμού μπορεί να αποτελέσει άμυνα σε αγωγή παραβίασης[8]. Συμπερασματικά, ενώ η νομική προστασία των σημάτων είναι κρίσιμη για την καταπολέμηση απομιμήσεων και τη διατήρηση της φήμης (π.χ. στην ΕΕ μόνο το 2023 κατασχέθηκαν 152 εκατ. τεμάχια απομιμητικών προϊόντων, αξίας €3,4 δις[9]), απαιτείται ισορροπία. Ρυθμιστικές αρχές και νόμοι ανταγωνισμού (antitrust) καλούνται να συνεργαστούν ώστε να αποτρέψουν την μετατροπή ισχυρών σημάτων σε εργαλεία κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης[10].
- Σήματα & Αξία Μάρκας: Η συμβολή των σημάτων στην αξία των επιχειρήσεων είναι πλέον τεκμηριωμένη με αριθμούς. Έρευνα του 2022 (Nova School of Business & Economics) ποσοτικοποίησε για πρώτη φορά την αγοραία αξία των σημάτων: κατά μέσο όρο ένα μεμονωμένο εμπορικό σήμα αξίζει ~$20,3 εκατομμύρια σε όρους αντίδρασης χρηματιστηρίου[11]. Οι εταιρείες που δημοσιεύουν νέα σήματα (στις επίσημες εφημερίδες σημάτων) τείνουν έπειτα να παρουσιάζουν αισθητά αυξημένη ανάπτυξη – λανσάρουν περισσότερα νέα προϊόντα, αυξάνουν πωλήσεις, πραγματοποιούν επενδύσεις, προσλαμβάνουν προσωπικό και βελτιώνουν σημαντικά τόσο την κερδοφορία όσο και το μερίδιο αγοράς τους[12]. Τα ευρήματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι τα σήματα δεν είναι απλώς νομικά δικαιώματα αλλά και πολύτιμα ενσώματα αγαθά που συνδέονται με πραγματικές οικονομικές αποδόσεις. Πράγματι, ο ρόλος τους ως άυλα περιουσιακά στοιχεία ενισχύεται διαρκώς: σύμφωνα με μελέτη της Ocean Tomo, το 90% της αγοραίας αξίας των εταιρειών S&P 500 το 2020 προερχόταν από άυλα assets (μάρκες, τεχνογνωσία, πατέντες κ.λπ.), από μόλις 17% το 1975[13]. Αντίστοιχα, κλαδικές έρευνες στην Ευρώπη (EUIPO/EPO 2022) έδειξαν ότι οι τομείς με υψηλή χρήση σημάτων συνεισφέρουν δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό του ΑΕΠ και των εξαγωγών[14][15]. Σε επιχειρηματικό επίπεδο, πλήθος εμπειρικών μελετών συμφωνούν πως η «ένταση σε trademarks» (trademark intensity – ο αριθμός και η επένδυση σε σήματα) συσχετίζεται θετικά με την χρηματοοικονομική επίδοση μιας εταιρείας[16]. Για παράδειγμα, σε ανταγωνιστικές αγορές με πολλά υποκατάστατα προϊόντα, οι εταιρείες με ισχυρό χαρτοφυλάκιο σημάτων αποδίδουν καλύτερα, αξιοποιώντας τα σήματα για διαφοροποίηση[16]. Αντίθετα, όταν μια εταιρεία ήδη υπερτερεί σε παραγωγικότητα ή αποδοτικότητα, η σχετική συνεισφορά των επιπλέον σημάτων στην επίδοση μειώνεται (κορεσμός ωφελειών)[17]. Ειδική περίπτωση αποτελούν οι οικογενειακές επιχειρήσεις: πρόσφατη μελέτη (Παν. Λανκάστερ & Free University Bozen, 2025) κατέγραψε ότι οι οικογενειακές εταιρείες αξιοποιούν τα σήματα τους με πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική, εξασφαλίζοντας υψηλότερες αποδόσεις από αυτά σε σχέση με μη-οικογενειακές επιχειρήσεις[18]. Το «συναισθηματικό κεφάλαιο» και η έμφαση στην οικογενειακή φήμη οδηγεί σε συνεπέστερη διαχείριση brand, ενισχύοντας το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των σημάτων τους. Συνολικά, τα ευρήματα καταδεικνύουν ότι η κατοχή και στρατηγική χρήση εμπορικών σημάτων αποτελεί κεντρικό πυλώνα της αξίας μιας μάρκας και μοχλό επιχειρηματικής ανάπτυξης.
- Εμπορική Χρήση & Οικονομική Αξιοποίηση: Πέραν της νομικής προστασίας, τα σήματα είναι εργαλεία εμπορικής αξιοποίησης με σημαντική συμβολή στα έσοδα. Μέσω licensing (παραχώρησης άδειας χρήσης σήματος) και franchising, οι επιχειρήσεις μοχλεύουν τη φήμη τους σε νέες αγορές και προϊόντα. Ο κλάδος του brand licensing γνωρίζει άνθηση: το 2023 οι παγκόσμιες πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών με άδεια εμπορικού σήματος έφτασαν τα $357 δισ. (αύξηση ~3,7% από το 2022)[19]. Χαρακτηριστικά, τα εταιρικά brands (corporate brands) αποτελούν περίπου το 26% αυτού του τζίρου[20] – ενδεικτικό του πόσο οι επώνυμες μάρκες αξιοποιούνται εμπορικά πέρα από τον αρχικό τους τομέα. Το licensing επεκτείνεται από ψυχαγωγικούς χαρακτήρες και μόδα μέχρι αθλητικές ομάδες και πανεπιστημιακά brands, δημιουργώντας ένα πολύπλευρο οικοσύστημα εσόδων. Παράλληλα, η επέκταση μαρκών (brand extension) σε νέες κατηγορίες συχνά στηρίζεται στην κατοχύρωση σημάτων σε πολλαπλές κλάσεις προϊόντων. Έρευνες μάρκετινγκ δείχνουν ότι οι μάνατζερ είναι προσεκτικοί στις αδειοδοτήσεις για επέκταση, καθώς ανησυχούν για αρνητικές επιπτώσεις στην κύρια μάρκα[21]. Ωστόσο, όταν γίνεται σωστά, η παραχώρηση σημάτων μπορεί να αποφέρει σημαντικά οφέλη χωρίς να μειώνει την αντιλαμβανόμενη ποιότητα. Ένα δυνατό εμπορικό σήμα λειτουργεί σαν εγγυητής ποιότητας: οι καταναλωτές τείνουν να συνδέουν το σήμα με αξιοπιστία και αξία, επιτρέποντας στις εταιρείες να χρεώνουν υψηλότερες τιμές (premium) και να αναπτύσσουν πιστότητα πελατών[22]. Αυτό μειώνει και τα κόστη marketing, καθώς ένα αναγνωρίσιμο σήμα διευκολύνει την είσοδο σε νέες αγορές (οι πελάτες εμπιστεύονται το brand σε διαφορετικά προϊόντα)[22]. Ακόμη, τα σήματα μπορούν να αξιοποιηθούν ως χρηματοοικονομικά ενέχυρα – π.χ. γνωστά brands έχουν χρησιμοποιήσει την αξία των σημάτων τους για εξασφάλιση δανεισμού. Συμπερασματικά, η εμπορική διάσταση των σημάτων είναι πολυδιάστατη: από την προστασία από απομιμήσεις μέχρι τη μονοποίηση εσόδων μέσω licensing και τη δημιουργία brand ecosystems, τα εμπορικά σήματα αποτελούν έναν από τους πιο δυναμικούς πόρους που διαθέτει μια επιχείρηση.
- Επιβολή Δικαιωμάτων & Δημόσια Αντίδραση: Ένα κρίσιμο πρακτικό ζήτημα είναι πώς οι εταιρείες επιβάλλουν τα δικαιώματα επί των σημάτων τους. Η επιθετική νομική δράση (αγωγές για παραβίαση σήματος) θεωρείται παραδοσιακά απαραίτητη για να μην χάσει ο δικαιούχος το σήμα (λόγω ανοχής ανεπιθύμητων χρήσεων). Ωστόσο, νομική μελέτη του 2023 (Νομική Σχολή UNLV, δημ. στο South Carolina Law Review) αποκάλυψε μια αντιστροφή προσδοκιών: όταν δημόσιες εταιρείες των ΗΠΑ κατέθεσαν αγωγές για παράβαση σήματος, το χρηματιστήριο αντέδρασε αρνητικά προς τις ενάγουσες εταιρείες – οι μετοχές τους σημείωσαν πτώση, ενώ των αντιδίκων όχι[23]. Αυτό υποδεικνύει ότι οι επενδυτές (και κατ’ επέκταση η κοινή γνώμη) δεν επιβραβεύουν τις δικαστικές διαμάχες για σήματα, πιθανώς θεωρώντας τες σπάταλες ή επιζήμιες για τη φήμη. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η αντίληψη “πρέπει να μην αφήνεις καμία παραβίαση ατιμώρητη” είναι υπερβολική – στην πράξη, ο κίνδυνος νομικής απώλειας ενός σήματος λόγω μη επιβολής (abandonment) είναι μικρός[24]. Συνεπώς, εταιρείες με ισχυρά brands ίσως ωφελούνται περισσότερο από εναλλακτικές στρατηγικές προστασίας (π.χ. φιλικούς διακανονισμούς, συνεργασίες ή στοχευμένες ενέργειες) αντί για συχνές προσφυγές στα δικαστήρια. Στη δικαιοστάθμιση αυτή μεταξύ προστασίας και φιλικότητας, παίζει ρόλο και η κοινή γνώμη: περιπτώσεις προσπάθειας κατοχύρωσης κοινών όρων (π.χ. της λέξης “THE” στις ΗΠΑ) ή αυστηρών διώξεων μικρών επιχειρήσεων συχνά ξεσηκώνουν αρνητική δημοσιότητα. Έτσι, η βέλτιστη πρακτική φαίνεται να είναι μια στοχευμένη και αναλογική επιβολή: προστασία εκεί όπου διακυβεύεται σοβαρά η φήμη ή τα έσοδα, αλλά και αποφυγή εικόνας “bully” που μπορεί να βλάψει την ίδια τη μάρκα.
Αναλυτική Έρευνα Κατοχύρωση Εμπορικών Σημάτων: Τάσεις & Προκλήσεις
Η κατοχύρωση εμπορικού σήματος αποτελεί το πρώτο βήμα για την απόκτηση νόμιμων δικαιωμάτων σε μια επωνυμία ή λογότυπο. Διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Πνευματικής Ιδιοκτησίας (WIPO) παρακολουθούν στενά τις τάσεις στις αιτήσεις σημάτων, καταγράφοντας συνεχή αύξηση τις τελευταίες δεκαετίες. Σύμφωνα με τα World Intellectual Property Indicators της WIPO, οι παγκόσμιες καταθέσεις σημάτων τριπλασιάστηκαν μεταξύ 2009-2021, φθάνοντας στο ιστορικό υψηλό των 13,9 εκατομμυρίων αιτήσεων το 2021[25]. Η απότομη αυτή άνοδος συνδέεται με την παγκοσμιοποίηση των αγορών (περισσότερες μάρκες δραστηριοποιούνται διεθνώς) και την άνθηση νέων προϊόντων/υπηρεσιών (π.χ. startups τεχνολογίας, εφαρμογές, κ.λπ., που σπεύδουν να κατοχυρώσουν ονόματα). Το 2020-21 συγκεκριμένα, εν μέσω πανδημίας, παρατηρήθηκε έκρηξη νέων επιχειρηματικών ιδεών και ονομάτων – γεγονός που αντανακλάται σε αύξηση 16,6% στις αιτήσεις σημάτων το 2020[26].
Γεωγραφική κατανομή: Η Ασία είναι πλέον το επίκεντρο της δραστηριότητας κατοχύρωσης. Το 2022, σχεδόν 7 στις 10 αιτήσεις σήματος παγκοσμίως προέρχονταν από ασιατικές χώρες[2]. Η Κίνα μόνη της αντιστοιχεί σε ένα τεράστιο μερίδιο: με περίπου 7,7 εκατομμύρια κλάσεις προϊόντων/υπηρεσιών να δηλώνονται σε αιτήσεις από κινεζικούς φορείς το 2022, είχε όγκο αίτησης σχεδόν 10 φορές μεγαλύτερο από τον αντίστοιχο των ΗΠΑ[27]. Άλλες ανερχόμενες δυνάμεις είναι η Τουρκία (3η παγκοσμίως σε αριθμό κλάσεων το 2022) και η Ινδία, ενώ στην Ευρώπη η Γερμανία y el ΕΕ (EUIPO) συγκεντρώνουν τον κύριο όγκο. Αυτό αντικατοπτρίζει και την οικονομική βαρύτητα των σημάτων: οι αγορές με ισχυρή εγχώρια κατανάλωση και εξαγωγικό προσανατολισμό καταθέτουν και τα περισσότερα σήματα. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικότερα, η ύπαρξη του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της ΕΕ (EUIPO) δίνει τη δυνατότητα ενιαίας κατοχύρωσης για όλα τα κράτη-μέλη μέσω του Ενωσιακού Σήματος (EU trademark). Το σύστημα αυτό έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα δημοφιλές – το 2022 κατατέθηκαν περίπου 438.000 αιτήσεις στο EUIPO[28], καθιστώντας το πέμπτο παγκοσμίως σε όγκο πίσω από Κίνα, ΗΠΑ, Ρωσία και Ινδία[29].
Παρά τη συνεχόμενη άνοδο ιστορικά, το 2022-2023 είδαμε μια ανάσχεση στις αιτήσεις: μετά το ρεκόρ του 2021, το 2022 σημειώθηκε πτώση ~15% στον αριθμό κλάσεων που δηλώθηκαν διεθνώς[30] – η πρώτη μείωση μετά από 12 χρόνια. Το 2023 η πτώση συνεχίστηκε σε ηπιότερο βαθμό (~1-2%)[31][32]. Οι αναλυτές αποδίδουν αυτή την εξέλιξη στην οικονομική αβεβαιότητα και σε διόρθωση μετά τη “φούσκα” αιτήσεων της πανδημίας[26]. Παρά την μικρή κάμψη, οι καταθέσεις παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα – χαρακτηριστικά, το 2023 κατατέθηκαν περίπου 3,5 φορές περισσότερες αιτήσεις απ’ ό,τι το 2009[33].
Προκλήσεις κατοχύρωσης – Trademark Depletion: Η τεράστια αυτή συσσώρευση σημάτων εγείρει το ζήτημα της διαθεσιμότητας διακριτικών ονομάτων. Δύο κορυφαίοι νομικοί ερευνητές (Barton Beebe & Jeanne Fromer, NYU) πραγματοποίησαν εκτενή ανάλυση 6,7 εκατομμυρίων αιτήσεων στο Γραφείο Σημάτων των ΗΠΑ (USPTO, περίοδος 1985-2016) και εισήγαγαν τους όρους trademark depletion (εξάντληση) y trademark congestion (συμφόρηση)[34]. Διαπίστωσαν ότι η συμβατική υπόθεση πως “πάντα θα υπάρχουν αρκετές λέξεις για νέα σήματα” είναι λανθασμένη[3]. En la práctica, το απόθεμα κοινών λέξεων και επωνύμων που είναι διαθέσιμο ως νέα σήματα έχει ήδη μειωθεί δραματικά σε πολλούς τομείς[35]. Για παράδειγμα, μια τεράστια πλειονότητα των δημοφιλών αγγλικών λέξεων (π.χ. ονόματα ζώων, βασικές έννοιες) και των συνηθισμένων επωνύμων έχει κατοχυρωθεί ως σήμα στις ΗΠΑ[36]. Αυτό οδηγεί τους νέους αιτούντες σε λοξοδρόμηση: αντί για μια απλή λέξη, επιλέγουν όλο και πιο πολύπλοκα ή μακροσκελή ονόματα – π.χ. δημιουργούν λέξεις-συνθέσεις, προσθέτουν γράμματα, χρησιμοποιούν σπάνιες λέξεις ή φράσεις[37]. Ακόμα κι έτσι όμως, πολλές φορές καταλήγουν να συγκρούονται με υπάρχοντα σήματα και να απορρίπτονται οι αιτήσεις τους[38]. Η έρευνα τεκμηρίωσε ότι οι νέες αιτήσεις πλέον αποφεύγουν σχετικά τα απλά αγγλικά ουσιαστικά και στρέφονται σε πιο επινοημένους όρους[39]. Επιπλέον, το φαινόμενο της συμφόρησης σημαίνει ότι αυξάνονται οι περιπτώσεις όπου παρόμοια ή ίδια ονόματα ανήκουν σε διαφορετικούς δικαιούχους (π.χ. ίδια λέξη ως σήμα για εντελώς διαφορετικά προϊόντα), κάνοντας το τοπίο θολό και περίπλοκο για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις[40]. Αυτές οι τάσεις δεν περιορίζονται στις ΗΠΑ – αντίστοιχα ζητήματα εμφανίζονται και σε άλλες ώριμες αγορές όπου ο όγκος σημάτων ανά κλάδο είναι τεράστιος. Έτσι, στον άξονα της κατοχύρωσης, οι μελέτες καταδεικνύουν αφενός τη ζωηρή παγκόσμια ζήτηση για νέα σήματα, αφετέρου την ανάγκη για καινοτομία στη δημιουργία brand ονομάτων και ενδεχομένως μεταρρυθμίσεις (π.χ. ευκολότερη διαγραφή ανενεργών σημάτων, καλύτερα εργαλεία αναζήτησης σύγκρουσης) ώστε να παραμείνει το σύστημα λειτουργικό και φιλικό στην επιχειρηματικότητα.
Νομική Προστασία, Πλαίσιο & Επιπτώσεις στον Ανταγωνισμό
Τα εμπορικά σήματα, μόλις κατοχυρωθούν, προσφέρουν στον κάτοχό τους ένα αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του διακριτικού γνωρίσματος για συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες. Στις περισσότερες έννομες τάξεις, αυτό σημαίνει ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να χρησιμοποιεί ένα ίδιο ή παραπλήσιο σήμα στην αγορά εφόσον προκαλείται σύγχυση στους καταναλωτές. Η προστασία αυτή έχει διττό σκοπό: αφενός προστατεύει τον καταναλωτή από παραπλάνηση (ξέρει ότι ένα προϊόν με το σήμα Χ προέρχεται πράγματι από τη μάρκα Χ), αφετέρου προστατεύει και τον επενδυτή/δημιουργό της μάρκας, διασφαλίζοντας ότι καρπώνεται ο ίδιος τα οφέλη της φήμης και της ποιότητας που έχτισε[5]. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ενημερωτικό σημείωμα του Συμβουλίου της ΕΕ, τα trademarks “διαφυλάσσουν τα εμπορικά ονόματα, λογότυπα και σύμβολα” y “εγγυώνται ότι άτομα και εταιρίες μπορούν να ωφεληθούν από τις δημιουργίες τους εμποδίζοντας μη εξουσιοδοτημένη χρήση από τρίτους”[4][5].
Για την επίτευξη των παραπάνω, εδώ και δεκαετίες έχει διαμορφωθεί ένα παγκοσμιοποιημένο νομικό πλαίσιο προστασίας σημάτων. Η Συμφωνία TRIPS (1995) του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου υποχρεώνει πλέον όλες τις χώρες-μέλη να παρέχουν ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας σημάτων (τουλάχιστον 7 χρόνια διάρκεια κατοχύρωσης με δυνατότητα ανανέωσης επ’ αόριστον, δικαίωμα αποκλεισμού τρίτων κοκ.). Επιπλέον, διεθνείς μηχανισμοί όπως το Σύστημα της Μαδρίτης (Madrid System) που διαχειρίζεται η WIPO επιτρέπουν την καταχώριση ενός διεθνούς σήματος με ισχύ σε πάνω από 110 χώρες μέσω μιας ενιαίας διαδικασίας. Αυτές οι εξελίξεις έκαναν ευκολότερη την πολυεθνική προστασία των μαρκών, μειώνοντας το κόστος και τη γραφειοκρατία για τις εταιρείες.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον των ακαδημαϊκών ερευνών δεν περιορίζεται στο πώς προστατεύεται ένα σήμα, αλλά και στο πόσο αυτή η προστασία επεκτείνεται και ποια η επίδρασή της στην αγορά. Παραδοσιακά, το δόγμα ήταν ότι τα σήματα δεν δημιουργούν μονοπώλια όπως οι πατέντες – διότι οποιοσδήποτε ανταγωνιστής μπορεί να διαθέσει παρόμοιο προϊόν με διαφορετική επωνυμία. Όμως νεότερες έρευνες αμφισβητούν αυτή την απλοϊκή άποψη. Νομικοί και οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι στις σύγχρονες αγορές, όπου η μάρκα συχνά υπερισχύει λειτουργικά χαρακτηριστικά, ένα ισχυρό σήμα μπορεί όντως να δώσει εξουσία αγοράς (market power) στον κάτοχό του. Μελέτη στο International Review of Economics & Finance (2024) εξέτασε εμπειρικά τον ρόλο της επέκτασης των δικαιωμάτων επί σημάτων στην κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης[6]. Αναλύοντας δεδομένα από κινεζικές βιομηχανίες, οι ερευνητές κατέληξαν ότι όταν οι νόμοι παρέχουν “υπερ-προστασία” σε ένα σήμα (π.χ. πολύ ευρεία κάλυψη κατηγοριών προϊόντων, πανεθνική αναγνώριση ως γνωστό σήμα), δημιουργούνται νομικά πλεονεκτήματα που βοηθούν τις μεγάλες εταιρείες να κλειδώσουν τους πελάτες τους και να αποτρέψουν νέους παίκτες από το να εισέλθουν στην αγορά[6][7]. Για παράδειγμα, ένα φημισμένο σήμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει υπερβολικές τιμές (οι καταναλωτές μένουν πιστοί στο brand και δεν συγκρίνουν τόσο τις τιμές) ή για να δέσει τους πελάτες σε “οικοσύστημα” προϊόντων (πρακτική tying – π.χ. franchise όπου ο δικαιοπάροχος επιβάλλει περιορισμούς στους δικαιοδόχους αξιοποιώντας την αξία του σήματός του)[41][42]. Οι νομοθεσίες αρχίζουν να αντανακλούν αυτή την πραγματικότητα – ενδεικτικά, στην Κίνα ο νόμος ανταγωνισμού αναφέρει τη “εξάρτηση από μάρκα” ως πιθανό φραγμό εισόδου στην αγορά[43]. Στις ΗΠΑ, όπως προαναφέρθηκε, είναι υπερασπιστικός ισχυρισμός σε υπόθεση παραβίασης σήματος το ότι το σήμα χρησιμοποιήθηκε για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας[8].
Ιδιαίτερη πτυχή της νομικής προστασίας αποτελεί η έννοια της διάχυσης φήμης (trademark dilution). Πρόκειται για προστασία διάσημων σημάτων ακόμη και όταν δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης – δηλαδή απαγόρευση σε τρίτους να χρησιμοποιούν ένα παρόμοιο σήμα σε οποιονδήποτε κλάδο, για να μην “αμαυρωθεί” ή αποδυναμωθεί η μοναδικότητα του διάσημου brand. Νομοθεσίες σε ΗΠΑ και ΕΕ περιλαμβάνουν πρόνοιες κατά του dilution. Οι ακαδημαϊκοί έχουν διχογνωμία κατά πόσο αυτό είναι θεμιτό: κάποιοι (π.χ. ο ιστορικός νομικός Frank Schechter από το 1927 ήδη) το θεωρούν αναγκαίο για την προστασία της υπεραξίας των μεγάλων μαρκών, άλλοι το βλέπουν ως υπερβολική επέκταση που ουσιαστικά δίνει δικαίωμα επί μιας έννοιας/λέξης γενικά, αφαιρώντας την από το δημόσιο λεξιλόγιο. Εμπειρικές μελέτες περιπτώσεων dilution είναι περιορισμένες, αλλά η γενική τάση είναι ότι τα δικαστήρια αναγνωρίζουν τέτοιες αξιώσεις μόνο σε πραγματικά εμβληματικές μάρκες (π.χ. Coca-Cola, Google) και όταν η χρήση από τρίτους είναι αθέμιτη εκμετάλλευση ή δυσφήμιση της φήμης.
Συνολικά, ο νομικός άξονας της έρευνας γύρω από τα σήματα ισορροπεί ανάμεσα σε δύο πόλους: 1. Ενίσχυση προστασίας: Σημαντικότατη για την οικονομία, διότι χωρίς αυτήν θα υπήρχαν ανεξέλεγκτες απομιμήσεις και αποδυνάμωση κινήτρων για ποιότητα. Οι αριθμοί το επιβεβαιώνουν – οι βιομηχανίες που βασίζονται σε δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας (ενεργά trademarks, πατέντες, designs) παράγουν περίπου 45% του ΑΕΠ της ΕΕ και παρέχουν ~63 εκατ. θέσεις εργασίας (29% του συνόλου)[14][44]. Χωρίς προστασία σημάτων, η πειρατεία και παραποίηση θα ήταν ανεξέλεγκτες, διαβρώνοντας αυτή τη συμβολή. 2. Προστασία ανταγωνισμού και δημόσιας σφαίρας: Το δίκαιο πρέπει να αποτρέπει την υπερ-συγκέντρωση ισχύος σε χέρια μεγάλων brands. Η νομολογία αρχίζει να αποδέχεται ότι κάτοχοι σημάτων με δεσπόζουσα θέση ίσως υπόκεινται και σε περιορισμούς από το δίκαιο ανταγωνισμού, mientras que κοινές λέξεις και ιδέες δεν πρέπει να αποσύρονται για πάντα από την κυκλοφορία λόγω κατάθεσης σήματος (εξ ου και νομικές διαδικασίες ακύρωσης σημάτων που δεν χρησιμοποιούνται ή είναι γενικές).
Η ακαδημαϊκή συζήτηση καλεί σε λελογισμένη προστασία: αρκετή για να προστατεύει την επένδυση και τον καταναλωτή, αλλά όχι τόσο απόλυτη ώστε να βλάπτει τον ανταγωνισμό ή να πνίγει τη γλώσσα και τη δημιουργικότητα. Σε αυτή τη συζήτηση παρεμβαίνουν ενεργά και επαγγελματικοί φορείς (όπως η Διεθνής Ένωση Σημάτων – INTA) που υποστηρίζουν ότι ένα ισχυρό σύστημα σημάτων είναι ευεργετικό συνολικά, αρκεί να υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες κατά των καταχρήσεων (π.χ. διαδικασίες εναντίον κακόπιστων καταχωρίσεων, εξαίρεση τίμιας χρήσης μιας λέξης με την κοινή της έννοια κλπ.).
Επίδραση των Σημάτων στην Αξία της Μάρκας και την Επιχειρηματική Απόδοση
Η μάρκα μιας εταιρείας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα σήματά της – το όνομα και το λογότυπο λειτουργούν ως ο πυρήνας της ταυτότητας, πάνω στον οποίο οικοδομείται η φήμη, η αναγνωρισιμότητα και η αξία μάρκας (brand equity). Δεν είναι λοιπόν έκπληξη που ερευνητές στο πεδίο του marketing, της χρηματοοικονομικής και της διοίκησης επιχειρήσεων έχουν προσπαθήσει να ποσοτικοποιήσουν τη συμβολή των trademarks στην ευρύτερη αξία μιας εταιρείας.
Μια από τις πλέον πρωτοποριακές μελέτες πρόσφατα (Desai et al., 2022 – Nova SBE, Πορτογαλία) προσπάθησε να μετρήσει άμεσα την αξία ενός σήματος ως περιουσιακού στοιχείου, εξετάζοντας πώς αντιδρά η χρηματιστηριακή αγορά όταν δημοσιεύεται ένα νέο σήμα σε επίσημο δελτίο (στην περίπτωση των ΗΠΑ, όταν ένα νέο trademark application γίνεται δημόσια ορατό). Αντιστοιχίζοντας δεκάδες χιλιάδες δημοσιεύσεις σημάτων με τις αντίστοιχες εταιρείες στο χρηματιστήριο, βρήκαν ότι κατά μέσο όρο η αγορά “τιμολογεί” ένα νέο σήμα με άνοδο κεφαλαιοποίησης ~$20 εκατομμυρίων – αυτός είναι ο υπολογισμός της διάμεσης αξίας ενός trademark[11]. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή επιβεβαίωση ότι τα σήματα έχουν χειροπιαστή οικονομική αξία και μάλιστα αρκετά υψηλή. Φυσικά, η αξία διαφέρει ανά περίπτωση: λ.χ. ένα σήμα “καρδιάς” για μια νέα σειρά προϊόντων σε μια μεγάλη εταιρεία μπορεί να αξίζει πολύ περισσότερο από $20 εκ., ενώ ένα μικρό σήμα σε μια niche αγορά λιγότερο. Η ίδια μελέτη όμως εντόπισε και κάτι εξίσου σημαντικό: όταν μια εταιρεία κατοχυρώνει ένα νέο σήμα, αυτό συχνά προμηνύει μια σειρά θετικών εξελίξεων – λανσάρισμα νέων προϊόντων, αύξηση πωλήσεων, αύξηση επενδύσεων και παραγωγής, ακόμα και σημαντική βελτίωση κερδοφορίας και μεριδίου αγοράς μέσα στα επόμενα έτη[12]. Με άλλα λόγια, τα trademarks λειτουργούν ως πρόδρομος δείκτης καινοτομίας και ανάπτυξης: η εταιρεία που επενδύει σε νέα σήματα πιθανότατα επεκτείνεται, και αυτή η επέκταση φέρνει ανάπτυξη σε όλους τους επιχειρηματικούς δείκτες.
Το εύρημα αυτό συνάδει με την αντίληψη του Resource-Based View στη στρατηγική: ένα εμπορικό σήμα αποτελεί σπάνιο και δυσεμίμητο πόρο (δεν μπορεί ένας ανταγωνιστής να αντιγράψει νόμιμα το brand σας)[45]. Άρα, όποια εταιρεία καταφέρει να χτίσει ένα ισχυρό portfolio σημάτων έχει στα χέρια της πλεονεκτήματα που οδηγούν σε βιώσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. En la práctica, εμπειρικές μελέτες διεθνώς εντοπίζουν επανειλημμένα θετική σχέση μεταξύ μέτρων “έντασης σε σήματα” και επιχειρηματικής απόδοσης. Για παράδειγμα, μια μελέτη για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βρήκε ότι όσες ΜΜΕ κατέχουν έστω ένα κατοχυρωμένο σήμα έχουν ψηλότερα έσοδα ανά εργαζόμενο και μεγαλύτερη ανάπτυξη από όσες δεν έχουν κανένα[46]. Ανάλογα, κλαδική έρευνα στην Αυστραλία έδειξε ότι στις μεταποιητικές και υπηρεσιακές επιχειρήσεις, ο αριθμός σημάτων είχε συσχέτιση με δεικτές καινοτομίας y μερίδια αγοράς (ανταγωνισμός τύπου Σουμπέτερ μέσω καινοτομίας)[47].
Μια πιο λεπτομερής εικόνα δίνουν μελέτες που λαμβάνουν υπόψη συνθήκες όπως ο τύπος της επιχείρησης ή της αγοράς. Η έρευνα του Patel (2024) που αναφέρθηκε προηγουμένως διαπίστωσε ότι η θετική επίδραση των σημάτων στην απόδοση είναι εντονότερη σε έντονα ανταγωνιστικές αγορές – εκεί δηλαδή που τα σήματα βοηθούν περισσότερο στην διαφοροποίηση – ενώ μειώνεται σε αγορές όπου οι εταιρείες έχουν ήδη υψηλή παραγωγικότητα ή ξοδεύουν πολλά σε marketing (SG&A)[16]. Αυτό βγάζει νόημα: όταν μια εταιρεία είναι ήδη εξαιρετικά αποδοτική ή έχει ισχυρό marketing δίκτυο, ένα ακόμα σήμα προσθέτει σχετικά λιγότερη νέα αξία. Αντίθετα, σε έντονο ανταγωνισμό, ένα καλό brand μπορεί να κάνει τη διαφορά μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας, δίνοντας ένα μοναδικό “σήμα” ποιότητας στους πελάτες.
Οικογενειακές vs. μη οικογενειακές επιχειρήσεις: Μια ενδιαφέρουσα διάσταση προκύπτει από την εργασία των Patel & De Massis (2025) για οικογενειακές επιχειρήσεις. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως στις οικογενειακές επιχειρήσεις η επένδυση στα σήματα (trademark intensity) αποδίδει πολύ υψηλότερες ωφέλειες στην οικονομική επίδοση σε σχέση με τις άλλες εταιρείες[18]. Οι συγγραφείς ερμηνεύουν ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις συχνά διαχειρίζονται τα brands με μακροχρόνιο ορίζοντα και με γνώμονα τη διαγενεακή φήμη (legacy), αντί για βραχυπρόθεσμο κέρδος[48][49]. Επίσης, επενδύουν σε οργανωσιακό κεφάλαιο y γνώση γύρω από τη μάρκα (π.χ. οικογενειακές συνταγές, παράδοση, ιστορία) που ενισχύουν περαιτέρω την αξία των σημάτων. Αντιθέτως, πολλές μη οικογενειακές επιχειρήσεις μπορεί να χρησιμοποιούν τα σήματα πιο επιθετικά/ευκαιριακά – π.χ. καταθέτοντας πολλά σήματα απλώς για να εμποδίσουν ανταγωνιστές ή για λόγους χρηματιστηριακής επικοινωνίας[50] – πρακτικές που δεν εγγυώνται μακροπρόθεσμο brand equity. Το συμπέρασμα εδώ είναι ότι η σωστή, συνεπής διαχείριση των σημάτων (brand management) είναι κρίσιμη: δεν αρκεί να κατέχεις trademarks, πρέπει να τα εντάσσεις σε μια ευρύτερη στρατηγική για να μεγιστοποιήσεις την αξία τους.
Trademarks vs. άλλα άυλα: Πρέπει να σημειωθεί ότι τα εμπορικά σήματα δεν δρουν σε κενό – είναι μέρος του συνόλου των άυλων περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας (που περιλαμβάνει επίσης πατέντες, copyrights, εταιρική φήμη, δεδομένα, ανθρώπινο κεφάλαιο). Η εντυπωσιακή αύξηση της συμμετοχής των άυλων assets στην αγοραία αξία των επιχειρήσεων (90% όπως προαναφέρθηκε) δείχνει ότι ζούμε στην εποχή που “η γνώση είναι το νέο κεφάλαιο”. Από όλα τα άυλα, τα σήματα είναι ίσως τα πιο ορατά και εύληπτα από το ευρύ κοινό – συνδέονται άμεσα με τον καταναλωτή. Σε αντίθεση με μια πατέντα που προστατεύει μια εφεύρεση “πίσω από το προϊόν”, ένα trademark προστατεύει το όνομα/σύμβολο του προϊόντος που ο καταναλωτής βλέπει. Γι’ αυτό ο αντίκτυπος των σημάτων στην αξία συχνά περνά μέσω της αντίληψης των καταναλωτών: Ένα αγαπημένο brand μπορεί να επιτρέψει σε μια εταιρεία να πουλά με premium τιμή, να λανσάρει ευκολότερα νέα προϊόντα (οι πελάτες είναι πιο δεκτικοί) και να αντιμετωπίζει πιο ήπια τις κρίσεις (οι πιστοί πελάτες συγχωρούν ένα λάθος πιο εύκολα). Όλες αυτές οι συμπεριφορικές επιδράσεις μεταφράζονται σε οικονομικούς δείκτες που μπορούν να μετρηθούν – και ακριβώς αυτό κάνουν οι προαναφερθείσες έρευνες.
Συνοψίζοντας, οι ακαδημαϊκές μελέτες συμφωνούν πως “τα εμπορικά σήματα έχουν αξία” – και μάλιστα σημαντική. Είτε το δούμε από πλευράς χρηματιστηριακής αξίας, είτε λογιστικής απόδοσης, είτε αναπτυξιακής δυναμικής, το συμπέρασμα είναι ότι η κατοχή και η σωστή χρήση σημάτων βελτιώνει τη θέση μιας επιχείρησης. Η πρακτική συμβουλή που προκύπτει είναι ότι οι εταιρείες πρέπει να επενδύουν συνειδητά στη δημιουργία, προστασία και καλλιέργεια των εμπορικών σημάτων τους ως βασικό κομμάτι της στρατηγικής τους.
Εμπορική Χρήση των Σημάτων: Licensing, Επεκτάσεις & Οικοσύστημα Brand
Η αξία των σημάτων δεν μένει στα χαρτιά – αξιοποιείται ενεργά από τις επιχειρήσεις μέσω διαφόρων εμπορικών πρακτικών. Ένας βασικός τρόπος είναι το brand licensing, όπου ο κάτοχος ενός σήματος παραχωρεί δικαιώματα χρήσης σε τρίτους έναντι αμοιβής (royalty). Αυτό επιτρέπει σε ένα brand να επεκταθεί πέρα από τα όρια της δικής του παραγωγικής ικανότητας ή τεχνογνωσίας. Για παράδειγμα, μια εταιρεία μόδας μπορεί να αδειοδοτήσει το όνομά της σε έναν κατασκευαστή αρωμάτων, δημιουργώντας μια νέα σειρά προϊόντων (αρώματα) χωρίς η ίδια να χρειαστεί να επενδύσει σε εργοστάσια – αξιοποιεί όμως τη δύναμη του σήματός της για να πουλήσει το προϊόν.
Τα ακαδημαϊκά ευρήματα πάνω στο licensing δείχνουν ότι είναι ένα δίκοπο μαχαίρι: Από τη μία, μπορεί να φέρει νέα έσοδα και προβολή (win-win για τον κάτοχο και τον αδειούχο), από την άλλη όμως εγκυμονεί τον κίνδυνο αραίωσης (dilution) της μάρκας αν χρησιμοποιηθεί σε ακατάλληλα προϊόντα ή χαμηλής ποιότητας εκδοχές. Γι’ αυτό, όπως σημειώνει έρευνα για τα extension licenses στη μόδα, οι μάνατζερ είναι συχνά συντηρητικοί – προτιμούν συνεργασίες που ταιριάζουν στο brand image και αποφεύγουν κινήσεις που μπορεί να “φθηνύνουν” το όνομα[21]. Παρ’ όλ’ αυτά, ο κλάδος του licensing έχει τεράστια κλίμακα και αυξάνεται διαρκώς. Σύμφωνα με την Licensing International (2024), οι πωλήσεις από προϊόντα με άδεια χρήσης εμπορικού σήματος έφτασαν τα $370 δισεκατομμύρια παγκοσμίως το 2024[19]. Το μεγαλύτερο κομμάτι αφορά τον τομέα Entertainment/Characters (χαρακτήρες ψυχαγωγίας όπως Disney, Marvel κ.λπ.), ενώ τα Εταιρικά Brands είναι η δεύτερη μεγαλύτερη κατηγορία (~26% του συνόλου) και ακολουθούν τα Αθλητικά brands[20]. Αυτό υποδηλώνει ότι όχι μόνο οι “ευφάνταστοι χαρακτήρες”, αλλά και τα κλασικά εταιρικά ονόματα (π.χ. αυτοκινητοβιομηχανίες, τεχνολογικές εταιρείες) αξιοποιούν τις μάρκες τους για να πουλούν από ρούχα και αξεσουάρ μέχρι υπηρεσίες εμπειρίας.
Μια άλλη διάσταση εμπορικής αξιοποίησης είναι το franchising. Το franchise είναι ουσιαστικά ένα πακέτο licensing όπου εκτός από το σήμα δίδεται και το επιχειρηματικό μοντέλο. Για παράδειγμα, τα εστιατόρια McDonald’s λειτουργούν με franchising: o δικαιοδόχος πληρώνει για το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το εμπορικό σήμα, το μενού, το know-how κ.λπ. Σε αυτού του είδους τη σχέση, το εμπορικό σήμα είναι ο πυλώνας της συμφωνίας – χωρίς αυτό, το franchise χάνει την αξία του. Έρευνες έχουν δείξει ότι οι franchisees είναι διατεθειμένοι να επενδύσουν μεγάλα ποσά ακριβώς επειδή εμπιστεύονται την ελκτική δύναμη του σήματος στην αγορά (brand attraction). Έτσι, η επέκταση μέσω franchising είναι μια μορφή “εμπορικής χρήσης” που έχει βοηθήσει πολλά brands να γίνουν παγκόσμια (από ξενοδοχεία μέχρι εκπαιδευτικά ιδρύματα).
Ακόμη, τα εμπορικά σήματα παίζουν ρόλο σε συνεργασίες (cobranding) y συγχωνεύσεις/εξαγορές. Σε ένα cobranding, δύο καθιερωμένα σήματα εμφανίζονται μαζί σε ένα προϊόν (π.χ. μια μάρκα αυτοκινήτου συνεργάζεται με μια μάρκα ηχείων για ένα ηχοσύστημα “branded”). Η αξία εδώ είναι ότι κάθε σήμα φέρνει την πελατειακή του βάση και προσδίδει κύρος στο τελικό προϊόν. Οι ακαδημαϊκές μελέτες στο cobranding δείχνουν ότι οι αντιδράσεις των καταναλωτών εξαρτώνται από το πόσο ταιριαστά είναι τα δύο brands και το πόσο ισχυρό είναι το καθένα – μια ασυμβίβαστη συνεργασία μπορεί να μπερδέψει ή να ξενίσει το κοινό, ενώ μια επιτυχημένη (π.χ. co-branding Nike και Apple στο χώρο του fitness) μπορεί να ενισχύσει αμφότερες τις μάρκες.
Στατιστικές & οικονομική συμβολή: Σε μακρο-επίπεδο, έχει ενδιαφέρον να δούμε πόσο συμβάλλουν τα σήματα στην οικονομία. Προηγουμένως αναφέραμε ότι οι κλάδοι εντάσεως IP (συμπεριλαμβανομένων σημάτων) είναι υπεύθυνοι για ~45% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Στις ΗΠΑ, μελέτες της USPTO έχουν βρει ότι οι βιομηχανίες που σχετίζονται με trademarks (π.χ. διαφημιστικές υπηρεσίες, βιομηχανίες καταναλωτικών αγαθών brand) απασχολούν δεκάδες εκατομμύρια εργαζόμενους και πληρώνουν κατά μέσο όρο υψηλότερους μισθούς από άλλους κλάδους, αντανακλώντας την μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία τους. Επιπλέον, σε επίπεδο διεθνούς εμπορίου, τα προϊόντα brand (που προστατεύονται από σήματα) έχουν συχνά premium ζήτηση. Οι καταναλωτές παγκοσμίως εμπιστεύονται επώνυμα προϊόντα για ποιότητα και ασφάλεια – γι’ αυτό οι εξαγωγές ανεπτυγμένων χωρών στηρίζονται πολύ στις μάρκες τους. Για παράδειγμα, η Γερμανία, η Ιταλία, η Γαλλία έχουν ισχυρά brand names σε αυτοκίνητα, μόδα, τρόφιμα που τους επιτρέπουν να διατηρούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι φθηνότερων προϊόντων χωρίς brand.
Ενδεικτικά παραδείγματα εμπορικής αξιοποίησης σημάτων: – Ο τομέας των πανεπιστημίων: Πολλά κορυφαία πανεπιστήμια (Oxford, Harvard κ.ά.) κερδίζουν σημαντικά έσοδα κάθε χρόνο από την αδειοδότηση του ονόματός τους σε ενδύματα, αξεσουάρ, ακόμη και εκπαιδευτικά προγράμματα σε άλλες χώρες. Το σήμα του πανεπιστημίου λειτουργεί ως σφραγίδα ποιότητας και κύρους. – Αθλητικές ομάδες: Τα σήματα των μεγάλων ποδοσφαιρικών συλλόγων ή του NBA είναι εξαιρετικά πολύτιμα – εμφανίζονται σε merchandising (φανέλες, είδη lifestyle), σε συνεργασίες με χορηγούς, σε ψηφιακά προϊόντα (π.χ. video games). Η Manchester United, π.χ., έχει καταγραφεί ότι βγάζει εκατοντάδες εκατομμύρια λίρες το χρόνο από εμπορικές χρήσεις του brand της πέρα από τα εισιτήρια αγώνα. – Τεχνολογία & πιστοποιήσεις: Ορισμένα σήματα λειτουργούν ως “πιστοποιητικά” σε τεχνολογικά οικοσυστήματα. Σκεφτείτε το σήμα “Intel Inside” που εμφανιζόταν σε υπολογιστές – η Intel παρείχε άδεια στους κατασκευαστές PC να χρησιμοποιούν το αυτοκόλλητο/σήμα αν χρησιμοποιούσαν τους επεξεργαστές της. Αυτό ήταν μια μορφή co-branding/licensing όπου όλοι ωφελούνταν: η Intel ενίσχυε το brand presence της, οι κατασκευαστές είχαν ένα σημάδι ποιότητας να επιδείξουν, και οι καταναλωτές ένιωθαν σιγουριά για το εσωτερικό του υπολογιστή.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι η εμπορική αξία των σημάτων συχνά εκτιμάται και από ανεξάρτητους φορείς όπως η Interbrand, Brand Finance κ.ά. Οι λίστες με τα “Best Global Brands” αποδίδουν δολαριαίες τιμές στα κορυφαία σήματα (π.χ. Apple, Google, Coca-Cola) – συνήθως δεκάδες ή εκατοντάδες δισ. δολάρια – αναδεικνύοντας ότι στα μάτια των ειδικών, ένα μεγάλο μέρος της κεφαλαιοποίησης αυτών των εταιρειών είναι το ίδιο το εμπορικό σήμα. Αν και οι μέθοδοι αποτίμησης διαφέρουν, η κεντρική ιδέα είναι ότι αν αύριο αφαιρούσαμε από μια εταιρεία το όνομά της και τη φήμη του (δηλ. το trademark της), θα έχανε τεράστιο κομμάτι της αξίας της. Γι’ αυτό και τα εμπορικά σήματα θεωρούνται πλέον και στο λογιστικό επίπεδο ως άυλα πάγια (intangible assets) – και γίνονται προσπάθειες βελτίωσης της χρηματοοικονομικής αναφοράς ώστε οι εταιρείες να παρουσιάζουν με διαφάνεια την αξία των IP τους.
Επιβολή Δικαιωμάτων & Στρατηγικές Διαχείρισης Σημάτων
Ένα πρακτικό ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι κάτοχοι σημάτων είναι πότε και πώς να επιβάλουν τα δικαιώματά τους έναντι τρίτων. Δεδομένου ότι οι παραβιάσεις (είτε από κακόπιστους ανταγωνιστές είτε από αθέμιτους “απομιμητές”) είναι συχνές, οι εταιρίες οφείλουν να έχουν μια στρατηγική: από την παρακολούθηση της αγοράς για τυχόν παραβιάσεις (watch services) μέχρι την αντίδραση (εξώδικα, αγωγές, εφόδους τελωνείων σε λαθραία προϊόντα κ.λπ.).
En μεγάλες πολυεθνικές επενδύουν εκατομμύρια σε νομικές ομάδες και μηχανισμούς εντοπισμού παραποίησης. Για παράδειγμα, εταιρείες πολυτελείας όπως η Louis Vuitton ή η Rolex συνεργάζονται με αρχές παγκοσμίως για να κατάσχουν προϊόντα-“μαϊμού” που φέρουν παράνομα τα σήματά τους. Τα στοιχεία που είδαμε νωρίτερα (152 εκατομμύρια τεμάχια κατασχεθέντα σε ένα χρόνο στην ΕΕ) δείχνουν το εύρος του προβλήματος[9]. Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο ΟΟΣΑ υπολόγισε ότι η εμπορία απομιμητικών προϊόντων αντιστοιχεί σε άνω από 3% του παγκόσμιου εμπορίου – δηλαδή εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Αυτό είναι μια άμεση οικονομική απώλεια για τους κατόχους των γνήσιων σημάτων, αλλά και κίνδυνος για τους καταναλωτές (κατώτερης ποιότητας ή επικίνδυνα προϊόντα).
Παρότι λοιπόν η αυστηρή επιβολή φαίνεται εκ πρώτης όψεως αυτονόητη, η έρευνα που συζητήθηκε στην ενότητα των συμπερασμάτων (Kiser et al., 2023) μας δείχνει ότι υπάρχει και μια οικονομική διάσταση φήμης στην επιβολή. Όταν μια μεγάλη εταιρεία κάνει πολύ επιθετικές νομικές κινήσεις, ενδέχεται να δυσαρεστήσει το κοινό – ειδικά εάν ο “στόχος” της αγωγής είναι μικρή επιχείρηση ή αν το κοινό θεωρήσει ότι η αξίωση είναι υπερβολική (π.χ. όταν μια εταιρεία προσπαθεί να εμποδίσει τη χρήση μιας κοινής λέξης ή φράσης). Στην ψηφιακή εποχή, τέτοιες διαμάχες συχνά βγαίνουν στη δημοσιότητα (viral) και η ζημιά στη φήμη μπορεί να αντισταθμίσει το όφελος της προστασίας. Η μελέτη περίπτωσης της αναφερόμενης έρευνας δείχνει ότι οι επενδυτές βλέπουν τις δικαστικές μάχες για σήματα ως αρνητικό σήμα κόστους/ρίσκου για την εταιρεία που τις ξεκινά[51].
Αυτό έχει οδηγήσει σε μια νέα προσέγγιση που τονίζεται και από νομικούς συμβούλους: την “συνετή επιβολή” (reasonable enforcement). Δηλαδή, η εταιρεία πρέπει μεν να προστατεύσει το σήμα της, αλλά να το κάνει αναλογικά και με επίγνωση του πώς φαίνεται προς τα έξω. Τι μέσα περιλαμβάνει αυτό; Πολλά ζητήματα σημάτων μπορούν να λυθούν εξωδικαστικά: μέσω γραμμάτων (cease and desist) όπου εξηγείται στον παραβάτη η κατάσταση και συχνά συμμορφώνεται, μέσω διαμεσολάβησης ή συμφωνιών συμβιβασμού (license αντί για δικαστήριο), ή ακόμη και μέσω συνεργασίας (π.χ. αντί να μηνύσεις έναν μικρό πουκάμισο-πωλητή με logo παρόμοιο, να του προσφέρεις επίσημη άδεια ή συνεργασία). Αυτές οι λύσεις μπορεί να ακουγονται “μαλακές”, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αποδίδουν χωρίς να βλάπτουν την εικόνα της εταιρείας.
Επιπλέον, κάτι που συχνά επισημαίνεται είναι ότι το δίκαιο σημάτων δεν απαιτεί απόλυτο “policing”. Υπάρχει ένας μύθος ότι “αν δεν κυνηγήσεις και τον τελευταίο παραβάτη θα χάσεις το σήμα σου”. Στην πραγματικότητα, η ακύρωση σήματος λόγω εκφυλισμού (δηλ. να καταντήσει δηλωτικός όρος, π.χ. “το όνομα τάδε έγινε κοινή λέξη”) είναι υπαρκτός κίνδυνος μόνο εάν ο ίδιος ο κάτοχος χρησιμοποιεί το όνομα γενικά ή αφήνει πολύ εκτεταμένη y δημόσια κακή χρήση χωρίς αντίδραση. Δεν συμβαίνει από μεμονωμένες μικρές χρήσεις. Άρα, η στρατηγική που προτείνουν οι ειδικοί είναι: δώσε προτεραιότητα στις σοβαρές περιπτώσεις (εκεί που η χρήση από άλλον είναι σε παρόμοια προϊόντα και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή σύγχυση ή ζημία στη φήμη) και αγνόησε ή αντιμετώπισε με ήπια μέσα τις ασήμαντες περιπτώσεις (π.χ. έναν οπαδό που έφτιαξε ένα σχέδιο εμπνευσμένο από το λογότυπό σου). Αυτή η προσέγγιση διατηρεί το κύρος του σήματος χωρίς να σε κάνει να φαίνεσαι επιθετικός. Ενδεικτικό παράδειγμα καλής πρακτικής ήταν η περίπτωση της Lucasfilm (δημιουργού του Star Wars), η οποία αντί αγωγής συνεργάστηκε φιλικά με διοργανωτές τοπικών φεστιβάλ με θέμα το Star Wars για να βρεθεί λύση στη χρήση ονομάτων από την ταινία, κερδίζοντας τελικά θετική δημοσιότητα.
Τελικά, η διαχείριση ενός εμπορικού σήματος δεν είναι μόνο νομική πράξη αλλά και πράξη marketing. Όπως εύστοχα λέγεται: “Legal strategies for trademarks should align with brand strategies.” Δηλαδή, η νομική προστασία πρέπει να υπηρετεί την ευρύτερη στρατηγική της μάρκας – να την θωρακίζει, όχι να την αποξενώνει από το κοινό. Οι ακαδημαϊκές έρευνες που συνδυάζουν γνώση νομικής και marketing (ένα ανερχόμενο διεπιστημονικό πεδίο) τονίζουν ακριβώς αυτό το σημείο.
Identidad investigadora
Η παρούσα μελέτη συντάχθηκε μέσω της μεθοδολογίας Investigación Profunda Aumentada por Inteligencia GPT (D.R.A.G.I.), ενός προηγμένου συστήματος αναλυτικής επεξεργασίας που αξιοποιεί τις δυνατότητες της GPT-4 σε συνδυασμό με τεχνικές:
– ενισχυμένης αναζήτησης,
– διαχρονικής κανονικοποίησης δεδομένων,
– σημασιολογικής αποσυμπίλησης (semantic synthesis),
– και επιχειρησιακής αξιολόγησης relevance και impact.
Η μεθοδολογία D.R.A.G.I. δεν περιορίζεται στη συλλογή στατιστικών. Αντιθέτως, ενεργοποιεί δίκτυο διασταυρωμένων πηγών και κριτηρίων σύνθεσης που παράγουν λειτουργικά, εφαρμόσιμα insights. Για την παρούσα μελέτη αξιοποιήθηκαν 29 fuentes confirmadas (ενδεικτικά: Harvard Law Review, SSRN, WIPO, EUIPO, Journal of Business Research, International Review of Economics & Finance, South Carolina Law Review, Licensing International, Forbes κ.ά.), με τα εξής βήματα:
– Κανονικοποίηση δεδομένων μεταξύ ετερογενών τομέων (νομική, marketing, οικονομικά) ώστε τα ευρήματα να είναι συγκρίσιμα και να ενταχθούν σε ενιαίο πλαίσιο.
– Θεματική κατηγοριοποίηση βάσει των αξόνων ενδιαφέροντος (κατοχύρωση, νομική προστασία, αξία μάρκας, εμπορική χρήση) για στοχευμένη ανάλυση.
– Redundancy pruning και contextual enrichment για αποφυγή επανάληψης και ανάδειξη της ουσίας – συγχωνεύθηκαν παρεμφερή ευρήματα και προστέθηκε πλαίσιο όπου απαιτείται.
– Σύνδεση με πρακτικά real-world use cases, για παραγωγή actionable γνώσης που να είναι χρήσιμη σε επαγγελματίες (μάρκετινγκ, νομικούς συμβούλους, στελέχη επιχειρήσεων).
La información no sólo se recuperó - Compilado por. Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα πολυδιάστατο knowledge layer, σχεδιασμένο για επαγγελματίες του marketing, decision makers, analysts και conversational agents που ασχολούνται με brand strategy και πνευματική ιδιοκτησία.
Declaración jurídica y de investigación
Alcance: Η έρευνα βασίζεται αποκλειστικά σε δευτερογενή δεδομένα, από ανοικτές ή επί πληρωμή δημοσιευμένες πηγές. Δεν περιλαμβάνει πρωτογενή συλλογή δεδομένων από την ομάδα σύνταξης.
Objetivo de la investigación: Η μελέτη έχει στόχο να παρουσιάσει συγκεντρωμένα στατιστικά και συμπεράσματα σχετικά με τα εμπορικά σήματα (κατοχύρωση, νομική προστασία, αξία μάρκας, εμπορική χρήση), ώστε να υποστηρίξει την ορθολογική λήψη αποφάσεων και τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων στρατηγικών σε σχετικούς επιχειρηματικούς τομείς.
Limitaciones y descargo de responsabilidad: El contenido se facilita con fines informativos y no sustituye el asesoramiento jurídico, financiero o de inversión. El editor no se hace responsable de las decisiones o acciones basadas en el presente documento sin documentación adicional independiente. La investigación se basa en fuentes secundarias y en el procesamiento automatizado de contenidos mediante grandes modelos lingüísticos. A pesar de la debida diligencia y documentación, puede contener imprecisiones u omisiones. Se recomienda la confirmación independiente de la información crítica antes de cualquier aplicación o decisión.
Precisión y puntualidad: Τα στοιχεία αντιπροσωπεύουν την κατάσταση έως και τον Δεκέμβριο του 2025 (εκτός αν σημειώνεται άλλως σε συγκεκριμένα δεδομένα). Η ταχύτητα μεταβολής στον χώρο των εμπορικών σημάτων και της τεχνολογίας μπορεί να διαφοροποιήσει μέρος των συμπερασμάτων σε μεταγενέστερο χρόνο.
Información de expedición
Κωδικός Έκδοσης: SYN/2025
Editorial: Sinapsis (https://synapsee.gr)
Υπεύθυνη Ομάδα Σύνταξης: D.R.A.G.I. Research Desk (GPT-4 powered)
Άδεια Χρήσης: Creative Commons CC BY-NC-ND 4.0
– Επιτρέπεται η αναδημοσίευση και κοινοποίηση μόνο με αναφορά στον επίσημο σύνδεσμο: https://synapsee.gr/research/akadimaikes_erevnes_emporikon_simaton
– Δεν επιτρέπεται η τροποποίηση ή εμπορική αξιοποίηση χωρίς έγγραφη άδεια.
Objetivo: El documento puede utilizarse de forma independiente como investigación corporativa o temática, contenido educativo (whitepaper) o base de conocimientos para el agente de IA. Sigue el estándar D.R.A.G.I. con coherencia, documentación y valor empresarial.
Tabla de fuentes
| Πηγή / Άρθρο (Τίτλος) | Περιγραφή (συνοπτικά) | Enlace |
|---|---|---|
| Are We Running Out of Trademarks? (Harvard Law Review, 2018) | Νομική-οικονομική μελέτη (Beebe & Fromer) για την εξάντληση & συμφόρηση διαθέσιμων εμπορικών σημάτων στις ΗΠΑ – τεκμηριώνει το φαινόμενο trademark depletion. | [3][35] |
| The Value of Trademarks (Desai et al., 2022) | Εμπειρική έρευνα (Nova SBE) που μετρά τη χρηματιστηριακή αξία των σημάτων – ευρήματα: διάμεση αξία ~$20,3εκ. ανά νέο σήμα, συσχέτιση με μελλοντική ανάπτυξη εταιρείας. | [11][12] |
| Trademark intensity & firm performance (Patel, 2024) | Μελέτη (Managerial & Decision Economics) για τη σχέση “έντασης σε σήματα” και οικονομικής επίδοσης – δείχνει θετική επίδραση των σημάτων, ενισχυμένη σε συνθήκες υψηλού ανταγωνισμού. | [16] |
| Trademarks in family vs non-family firms (Patel & De Massis, 2025) | Έρευνα (Journal of Business Research) πάνω σε 753 επιχειρήσεις – βρίσκει ότι οι οικογενειακές επιχειρήσεις αξιοποιούν πιο αποτελεσματικά τα σήματα (υψηλότερες αποδόσεις), λόγω διαφορετικής διαχείρισης & πόρων. | [18][48] |
| Of Marks and Markets: Trademark Litigation (Kiser et al., 2023) | Νομική μελέτη (S.C. Law Review) – event study επιπτώσεων αγωγών για σήματα στις ΗΠΑ. Βρίσκει αρνητική χρηματιστηριακή αντίδραση για ενάγοντες, προτείνοντας πιο στρατηγική/δημιουργική επιβολή. | [23][52] |
| Trademark Rights Expansion & Market Power (Wang & Yan, 2024) | Μελέτη (Int. Rev. of Economics & Finance) που διερευνά πώς η επεκτεινόμενη νομική προστασία σημάτων συμβάλλει σε δύναμη αγοράς και πιθανές καταχρήσεις (price discrimination, tying) – εισηγείται παρέμβαση antitrust όπου χρειάζεται. | [6][7] |
| EUIPO/EPO: IPR-intensive industries (2022) | Αναφορά ΕΕ (4η έκδοση) για τη συμβολή των κλάδων με υψηλή χρήση IP. Δείχνει ότι οι κλάδοι με ένταση σε trademarks, πατέντες κ.λπ. παράγουν ~45% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ και ~29% της απασχόλησης. | [14][44] |
| Consilium EU Explainer on IP (2023) | Επεξηγηματικό κείμενο Συμβουλίου ΕΕ για την πνευματική ιδιοκτησία – περιλαμβάνει βασικά στατιστικά (IPR-intensive industries: 45% του ΑΕΠ ΕΕ, 63 εκατ. θέσεις εργασίας, 68% εξαγωγών) καθώς και στοιχεία για καταπολέμηση παραποιήσεων (κατασχέσεις 2023). | [14][9] |
| WIPO World IP Indicators 2023/2024 (Trademarks) | Στατιστική έκθεση WIPO – καταγράφει τάσεις αιτήσεων σημάτων: 2021 all-time high (13.9 εκατ.), πτώση 2022 (~11.8 εκατ.), κυριαρχία ασιατικών χωρών (67.8% των filings), κατάταξη κορυφαίων γραφείων (Κίνα, ΗΠΑ, Τουρκία, Γερμανία, Ινδία το 2022). | [1][2] |
| Global Trademark Filing Trends (Global Legal Post, 2023) | Άρθρο-σύνοψη WIPO report: επισημαίνει την πρώτη μείωση σε 13 χρόνια στις κλάσεις σημάτων το 2022 (-14.5%), τα αίτια (μετά COVID έκρηξη), καθώς και στατιστικά ανά ήπειρο (68% των filings το 2022 στην Ασία, 21% Ευρώπη, 7% Β. Αμερική). | [53][54] |
| Licensing International Survey 2024 | Ετήσια έκθεση κλάδου licensing – δίνει τα συνολικά έσοδα από licensed merchandise & services ($369.6 δισ. το 2024, $356.5 δισ. το 2023). Αναλύει κατά κατηγορία: χαρακτήρες ψυχαγωγίας ~40% μεριδίου, εταιρικά brands ~26%, αθλητισμός ~11%. | [19][20] |
| Ocean Tomo Intangible Asset Study (Forbes, 2020) | Δημοσίευμα που αναφέρει τη μελέτη Ocean Tomo: άυλα περιουσιακά στοιχεία αποτελούσαν ~90% της συνολικής αξίας του S&P 500 το 2020 (έναντι μόλις 17% το 1975), υπογραμμίζοντας τη μετάβαση σε οικονομία όπου IP και μάρκες κυριαρχούν. | [13] |
| Greenhalgh & Rogers (Australian Econ. Review, 2012) | Οικονομική μελέτη που εξέτασε τις επιδόσεις επιχειρήσεων υπηρεσιών και μεταποίησης σε σχέση με τα εμπορικά τους σήματα. Βρήκε ενδείξεις ότι η κατοχή σημάτων συνδέεται με ανταγωνισμό μέσω καινοτομίας και αύξηση παραγωγικότητας, ειδικά σε δυναμικούς κλάδους. | [55] |
| Mendonça et al. (Research Policy, 2004) | Πρωτοποριακή μελέτη που πρότεινε τα trademarks ως δείκτη καινοτομίας. Έδειξε ότι η ανάλυση δεδομένων σημάτων μπορεί να αποκαλύψει τάσεις εισαγωγής νέων προϊόντων/υπηρεσιών, ιδιαίτερα σε τομείς όπου δεν υπάρχουν πολλές πατέντες (π.χ. υπηρεσίες). | [56][57] |
| Castaldi (Industrial & Corp. Change, 2023) | Ανασκοπική μελέτη για τις “φωτεινές και σκοτεινές πλευρές” των πρακτικών trademark. Συμπεραίνει ότι ενώ τα σήματα προσδίδουν αξία (reputation economy), παρατηρούνται και αρνητικά φαινόμενα όπως trademark trolling, cluttering (εσκεμμένη κατάθεση πολλών σημάτων για μπλοκάρισμα) που πρέπει να μελετηθούν περισσότερο. | [58] |
| INTA Report on Trademark Value (2020) | Αναφορά της International Trademark Association που συγκέντρωσε διάφορες μελέτες για να δείξει πώς τα εμπορικά σήματα δημιουργούν αξία: από την εμπιστοσύνη καταναλωτών, την προθυμία πληρωμής premium τιμών, μέχρι την αξία μεταπώλησης μιας εταιρείας (goodwill). | Σύνδεσμος INTA, όχι διαθέσιμος σε απόσπασμα. |
| “Trademarks and Brand Value” (Journal of Marketing, 2009) | Μελέτη (Krasnikov et al.) που ανέπτυξε πλαίσιο αξιολόγησης επίδρασης branding στα χρηματοοικον. μέσω σημάτων. Βρήκε ότι trademarks σχετιζόμενα με brand-association αυξάνουν τις ταμειακές ροές μιας εταιρείας και μειώνουν το κόστος κεφαλαίου, ενώ παράλληλα προστατεύουν το brand equity από απειλές (π.χ. απομιμήσεις)[59]. | [59] |
| “Managing Brand Extension via Licensing” (Int. J. Research in Marketing, 2021) | Μελέτη περίπτωσης στον χώρο της υψηλής μόδας: διερευνά πώς οι εταιρείες χειρίζονται την επέκταση μαρκών μέσω αδειοδότησης. Συμπέρασμα: οι περισσότερες εταιρείες είναι επιφυλακτικές – προτιμούν κοντινές κατηγορίες που ταιριάζουν στο brand και συνεργασίες με αυστηρό έλεγχο ποιότητας, για να μην βλάψουν το κύρος τους. | [21] |
| US Counterfeit Goods Trade (OECD/EUIPO, 2019) | Μελέτη ΟΟΣΑ/ΕUIPO για το παγκόσμιο εμπόριο παραποιημένων/πειρατικών αγαθών. Εκτίμησε ότι έως 3.3% του παγκόσμιου εμπορίου (περίπου $500 δισ.) αφορά προϊόντα που παραβιάζουν εμπορικά σήματα ή άλλα IP. Υπογραμμίζει την ανάγκη διεθνούς συνεργασίας για την επιβολή των δικαιωμάτων. | Στατιστικό στοιχείο αναφέρεται σε κείμενο, πηγή OECD. |
| Forbes – “Intangible Assets: The New Currency” (2021) | Άρθρο που συνοψίζει την αυξανόμενη σημασία των άυλων. Περιλαμβάνει παραδείγματα εταιρειών όπου το brand (εμπορικό σήμα) ξεπερνά σε αξία όλα τα φυσικά περιουσιακά στοιχεία. Τεκμηριώνει τη μετατόπιση των επενδύσεων από υλικά σε άυλα (R&D, μάρκες, δεδομένα). | [13] |
(Σημείωση: Οι παραπάνω πηγές αποτελούν ενδεικτική επιλογή από τη βιβλιογραφία και τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη. Περιλαμβάνονται σύνδεσμοι είτε σε πλήρες κείμενο είτε σε αξιόπιστες περιλήψεις/αποσπάσματα όπου είναι διαθέσιμα.)
[1] [2] [26] [27] [30] [53] [54] Global decrease in trademark filings, WIPO reports, but continued rise in patents – The Global Legal Post
[3] [34] [35] [36] [37] [38] [39] [40] Are We Running Out of Trademarks? An Empirical Study of Trademark Depletion and Congestion – Harvard Law Review
https://harvardlawreview.org/print/vol-131/are-we-running-out-of-trademarks/
[4] [5] [9] [14] [15] [44] What are intellectual property rights? – Consilium
https://www.consilium.europa.eu/en/policies/intellectual-property-rights/
[6] [7] [8] [10] [41] [42] [43] The role of trademark rights expansion in the formation and abuse of market power – ScienceDirect
https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S105905602400488X
[11] [12] The Value of Trademarks by Pranav Desai, Ekaterina Gavrilova, Rui Silva, Margarida Soares :: SSRN
https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=4280505
[13] Intangible Assets: The New Currency Of Business Success – Forbes
[16] [17] [47] [55] The impact of trademark intensity on firm performance: Unraveling the role of product market competition, total factor productivity, and SG&A efficiency
https://ideas.repec.org/a/wly/mgtdec/v45y2024i6p3942-3958.html
[18] [22] [45] [48] [49] [50] Trademark intensity and firm performance in family versus non-family firms: The role of organizational and knowledge capital – ScienceDirect
https://www.sciencedirect.com/science/article/abs/pii/S014829632500195X
[19] [20] Global Licensing Survey | Licensing International
https://licensinginternational.org/get-survey/
[21] Managing brand extension via licensing: An investigation into the …
https://ideas.repec.org/a/eee/ijrema/v25y2008i2p129-137.html
[23] [24] [51] [52] “Of Marks and Markets: An Empirical Study of Trademark Litigation” by Jessica M. Kiser, Sean P. Wright et al.
https://scholars.law.unlv.edu/facpub/1439/
[25] [PDF] World Intellectual Property Indicators 2022
[28] [29] [31] [32] [33] World Intellectual Property Indicators 2024: Highlights – Trademarks Highlights
[46] [PDF] Intellectual property rights and firm performance in the … – EUIPO
https://www.lem.sssup.it/WPLem/files/2004-15.pdf
[58] Off the mark? What we (should) know about the bright and dark …
https://academic.oup.com/icc/article/32/5/1046/7100241
[59] Evaluating the Financial Impact of Branding Using Trademarks
https://journals.sagepub.com/doi/10.1509/jmkg.73.6.154?icid=int.sj-full-text.similar-articles.5